Αναζήτηση

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

Η αμετροέπεια του προπαγανδιστή




Απο: http://polyfimos.blogspot.gr

Πριν από λίγες μέρες έπεσε στα χέρια μου ένα κείμενο «διαμαντάκι» ένα χαρακτηριστικό δείγμα της νέας ελληνικής αρθρογραφίας γραμμένο από την πένα του μετρ του είδους της εσκεμμένης διαστρέβλωσης της πραγματικότητας Πάσχου Μανδραβέλη. Ήταν το άρθρο με τίτλο «Το άλλο μάθημα της Ισλανδίας».

Σκοπός του κειμένου, η ανατροπή της άποψης της ελληνικής κοινής γνώμης για την επονομαζόμενη «επανάσταση των Βίκινγκ». Την ανατροπή του οικονομικού και πολιτικού σκηνικού της Ισλανδίας και την αποφυγή της ένταξης της μικρής αυτής χώρας των 300.000 κατοίκων σε ένα από τα πασίγνωστα «προγράμματα δημοσιονομικής εξυγίανσης» που με περισσή χαρά υποδέχτηκε ο γνωστός δημοσιογράφος εδώ στην Ελλάδα, εκφράζοντας μάλιστα και τις μεγάλες του ευχαριστίες.
Αποφεύγω εδώ και καιρό να μπω στη διαδικασία να επιχειρηματολογήσω απέναντι στις ανακρίβειες που διαβάζω δεξιά κι αριστερά, γιατί πολύ απλά αυτό θα απαιτούσε τόσο χρόνο που αμφιβάλλω αν θα είχα τη δυνατότητα να κάνω τίποτε άλλο στη ζωή μου.
Το εν λόγω κείμενο, όμως, για το «άλλο μάθημα της Ισλανδίας» δεν μπορούσε να μείνει αναπάντητο. Ας πάρουμε, λοιπόν, τα πράγματα από την αρχή.
Σύμφωνα με τον αρθογράφο «αν πάει κάποιος στην Ισλανδία, θα διαπιστώσει ότι στα ταμεία των περισσότερων καταστημάτων δέχονται σχεδόν όλα τα νομίσματα του κόσμου: ευρώ, δολάριο, σουηδική κορώνα, βρετανική λίρα, καναδικό δολάριο, μέχρι και γιεν Ιαπωνίας. Στο τέλος της λίστας είναι η ισλανδική κορώνα που αποτιμάται με τέσσερα μηδενικά (0,000) ». 
Η διαπίστωση αυτή προέρχεται από ένα ραδιοφωνικό αφιέρωμα του National Public Radio (NPR) στις 13.4.2012, το οποίο μάλιστα περιείχε και τη μαρτυρία «μιας κατοίκου του Ρέικιαβικ» σύμφωνα με την οποία « … δεν μπορείς να αγοράσεις τίποτε, διότι το ισλανδικό νόμισμα πλέον είναι χωρίς αξία. Κανείς δεν το εμπιστεύεται».
Σύμφωνα με τον κύριο Μανδραβέλη, η (συντριπτική) πλειοψηφία των καταστημάτων της Ισλανδίας δέχεται κάθε είδους νόμισμα για τις καθημερινές συναλλαγές, εκτός από την ισλανδική κορόνα, την οποία μάλιστα η «κάτοικος του Ρέικιαβικ» κοστολογεί με ένα ολοστρόγγυλο μηδέν. Για την ακρίβεια, όχι απλά με ένα, αλλά με τέσσερα μηδενικά.
Πήρα, λοιπόν, την απόφαση να μεταφράσω το κείμενο αυτό (το καλό με τον συγκεκριμένο αρθογράφο είναι πως χρησιμοποιεί αρκετά βατή γλώσσα) και να έρθω σε επαφή με Ισλανδούς μπλόγκερ, μόνιμους κατοίκους του νησιού, άτομα τα οποία μετά από μια μικρής διάρκειας έρευνα εντόπισα μέσα από τα αγγλόφωνα ιστολόγια τους. (Να τονίσω εδώ ότι τα περισσότερα αγγλόφωνα μπλογκς της χώρας είναι τα ταξιδιωτικά).
Οι απαντήσεις στο εξής απλό ερώτημα για το αν και κατά πόσο η πληροφορία που μεταφέρει ο αρθογράφος για την άρνηση των καταστημάτων να δεχτούν τις υποτιμημένες ισλανδικές κορόνες είναι ορθή, ήταν άμεσες.

Η Alda Sigmundsdottir (http://icelandweatherreport.com/) είναι κατηγορηματική. Καμία σχέση με την πραγματικότητα δεν έχει η αναφορά ότι στην ίδια της τη χώρα, οι τοπικές αγορές αρνούνται να δεχτούν τις ισλανδικές κορόνες. «Φυσικά και τα ισλανδικά καταστήματα αποδέχονται το τοπικό νόμισμα» λέει. 
Η Alda πάει το ζήτημα της εγγυρότητας του αρθογράφου και ένα βήμα παρακάτω. Όπως μου είπε, τη συγκεκριμένη ραδιοφωνική παραγωγή του NPR που αναφέρεται στο άρθρο της Καθημερινής, είχε την τύχη να την ακούσει και η ίδια. 
(Η εκπομπή http://n.pr/L7gJaZ)
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Alda, η «κάτοικος του Ρέικιαβικ» που με τόση ευστοχία τιτλοφορεί ο Πάσχος Μανδραβέλης, είναι μια μετανάστρια Ισλανδή ονόματι Χάμπι (δεν παίρνω όρκο πως γράφεται το όνομα στην τοπική γλώσσα), η οποία μιλά με τον παραγωγό της εκπομπής από το νησί Svalbard.

Το νησί αυτό, όπως μου λέει η Alda, αλλά και μπορεί ο καθένας μας να εντοπίσει εύκολα μέσω του google maps (http://goo.gl/maps/uOOq), ανήκει στη Νορβηγία και βρίσκεται στον βόρειο αρκτικό κύκλο, σχηματίζοντας μια «νησιωτική ομπρέλα» πάνω από το βόρειο ημισφαίριο. Επίσης απέχει από το Ρέικιαβικ κάτι περισσότερο από 1200 μίλια, ή αλλιώς σχεδόν 2.000 χιλιόμετρα.
Όπως πολύ χαριτωμένα περιγράφει στην εκπομπή η Χάμπι από το Svalbard, όντως σε εκείνο το νησί, όπου όλοι οι κάτοικοι κυκλοφορούν οπλισμένοι μιας και οι αρκούδες είναι περισσότερες από αυτούς (!!!) τα καταστήματα κοστολογούν την ισλανδική κορόνα με τέσσερα μηδενικά. Κανείς δεν δέχεται το νόμισμα αυτό, σε αντίθεση με όλα τα υπόλοιπα νομίσματα του κόσμου, τα οποία γίνονται αποδεκτά.
«Ένα τέλειο παράδειγμα του πώς ο κόσμος βρίσκει τρόπους να προωθήσει την προπαγάνδα του» όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε η Ισλανδή από την Ισλανδία Alda, κύριε Πάσχο.
Συνέχισα να ψάχνω για άλλους κατοίκους του χρεοκοπημένου νησιού με το «ανεπιθύμητο νόμισμα» και ευτυχώς είχα μια ακόμη απάντηση από τον Dori Sig. (http://bit.ly/JGULus)
Ούτε ο Dori είχε καμία, μα καμία αμφιβολία. Η άποψη πως η ισλανδική κορόνα είναι ένα νόμισμα με μηδενική αξία όπου κανένα σχεδόν κατάστημα δεν αποδέχεται είναι, όπως λέει, λάθος. Διευκρινίζει ότι η υποτίμηση της κορόνας μετά την τραπεζική κρίση προκάλεσε την επιβολή περιορισμού στο συνάλλαγμα όπου δικαιούται να λάβει ένας Ισλανδός, μέτρο αντισταθμιστικό για τη διατήρηση της σταθερότητας της κεντρικής τράπεζας της Ισλανδίας, αλλά, όπως μου είπε ο Dori, προσωρινό. 
Ανέφερε μάλιστα και το επικείμενο δημοψήφισμα της χώρας για την ενδεχόμενη ένταξη της χώρας στην ΕΕ αλλά και τις προεδρικές εκλογές του Ιουνίου του 2012. 
Παραδέχεται ότι υπάρχει και η άποψη όπου εκφράζεται και από τη ραδιοφωνική εκπομπή του NPR, πως η χώρα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το καναδικό ή το αμερικανικό δολάριο, αλλά επιμένει πως η κορόνα χρησιμοποιείται κανονικά από όλους και τα πράγματα βαίνουν σιγά – σιγά, προς το καλύτερο. 
Στη συνέχεια στη συνομιλία που είχαμε μέσω chat, μου τόνισε την ανελέητη προπαγάνδα και την κινδυνολογία των επικρατέστερων μέσων ενημέρωσης της χώρας για την ανάγκη ευρωπαϊκής προοπτικής και ένωσης με την ΕΕ. Τη συνομιλία αυτή επιλέγω να μην τη δημοσιεύσω, αλλά όποιος επιμείνει, μπορώ να του τη στείλω. 
Την ίδια ακριβώς προπαγάνδα που θέλει το νησί Svalbard, Ρέικιαβικ, το «Ισλανδικό μάθημα», νομισματικό αλισβερίσι μηδενικών κορόνων και τις ωραίες στο άκουσμα λέξεις όπως «αμετροέπεια», «αριστερολυρικά» και «φαντασιοκοπίες» να παντρεύονται σε ένα συνοθήλευμα ανακριβειών, γεωγραφικών αποκλίσεων, ψεύτικων μαρτυριών και θρασύτατων επικλήσεων της νοημοσύνης ανθρώπων οι οποίοι πάνω απ’ όλα γνωρίζουν ότι μέσα από το διαδίκτυο και με μια απλή έρευνα, μπορούν να σου φέρουν τα πάνω κάτω χωρίς να το καταλάβεις.
Για το τέλος αυτής της αναζήτησης είπα να αφήσω το καλύτερο. Έκανα στο Συνταγματικό Συμβούλιο των πολιτών της Ισλανδίας, το οποίο αυτήν την περίοδο έχει ολοκληρώσει τις εργασίες του, το ίδιο ακριβώς ερώτημα. Για όσους δεν γνωρίζουν, το συνταγματικό συμβούλιο των Ισλανδών πολιτών, προερχόμενο από τη βάση της ισλανδικής κοινωνίας, συνεδρίαζε για μήνες και με την συμβολή και συμβουλή όλων των Ισλανδών, διαμόρφωσε μέσω του ίντερνετ το προσχέδιο για το καινούριο ισλανδικό σύνταγμα που πρόκειται να κατατεθεί για έγκριση στη βουλή.
Την απάντηση μου έδωσε ο Thorsteinn Fr. Sigurdsson, πρώην Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου και ήταν αποστομωτική: η κορόνα κυκλοφορεί κανονικά, υπάρχει ισοτιμία για όλα τα νομίσματα του κόσμου (τη δίνει στο email που έλαβα) και όποιος λέει ότι τα καταστήματα δεν την δέχονται “είτε δεν έχουν έρθει ποτέ στην Ισλανδία, είτε κάτι δεν κατάλαβαν καλά, ή απλά θέλουν τα τραβήξουν την προσοχή. (Η σελίδα του facebook http://www.facebook.com/Stjornlagarad)
(Ο Dori στη συνέχεια της κουβέντας μου είπε πως ήταν συνεργάτη του Γιώργου Αυγερόπουλου κατά τη διάρκεια της παραγωγής και των γυρισμάτων του ντοκιμαντέρ με τίτλο «Μαθήματα από τους Βίκινγκς». Μάλλον από εκεί εμπνεύστηκε και ο Πάσχος Μανδραβέλης τον τίτλο του δικού του κειμένου. Είναι μερικές φορές που αναρωτιέσαι πόσο μικρός είναι αυτός ο κόσμος!).

(Το πραγματικό του όνομα δεν είναι Dori Sig. Όποιος ανατρέξει στο εν λόγω ντοκιμαντέρ, εύκολα θα βρει ποιο είναι. Έχει κανάλι στο youtube και group στο facebook με πολλά βίντεο από την "Επανάσταση των Βίκινγκ": https://www.facebook.com/groups/121749387853900/
(Μου μεταφέρθηκαν τα σχόλια από δύο ακόμη Ισλανδούς μπλόγκερς. Ήταν όλα στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος με την Alda, τον Dori και τον Τhorsteinn). 
(Για να προλάβω μερικούς, δεν είμαι ούτε ο Αυγερόπουλος, ούτε κανείς άλλος από την εκπομπή).  
(Επέλεξα να μην αναφερθώ στα επιχειρήματα περί γκέουρα, γκιαούρια κλπ. Αποτελούν προσωπικές απόψεις του αρθογράφου, με τις οποίες διαφωνώ, κρίνω, αλλά αυτήν την κριτική την κρατώ για τον εαυτό μου)
Ορίστε και η μετάφραση μου, προς αποφυγή κάθε παρεξήγησης:

Το πρωτότυπο:

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012

ΒΑΡΔΙΝΟΓΙΑΝΝΗΔΕΣ πως γίνονται οι περιουσίες‏

Μπορείς να κόψεις όλα τα λουλούδια,
αλλά δεν μπορείς να εμποδίσεις την Άνοιξη να ρθει"
Πάμπλο Νερούντα
 
  
To απόγεμα της Μεγάλης Δευτέρας του 1986 έξω από το χωριό Πόμπια, στα νότια του νομού Ηρακλείου, το αυτοκίνητο που κινείται αργά στον άδειο και επικίνδυνο επαρχιακό δρόμο αναγκάζεται να σταματήσει όταν σεμία στροφή κάποιοι έχουν πετάξει κλαδιά και πέτρες που κλείνουν τον δρόμο.
Ο οδηγός γνωρίζει καλά την περιοχή, είναι ο πρόεδρος της κοινότητας Πηγαδάκια.
Ανυποψίαστος βγαίνει από το αυτοκίνητο για να δει τι συμβαίνει, όταν δέχεται τον πρώτο πυροβολισμό.
 
Τραυματισμένος προσπαθεί να καλυφθεί πίσω από το αυτοκίνητο, αλλά ο δολοφόνος πλησιάζει και τον εκτελεί μπροστά στα έντρομα μάτια της οικογένειάς του.
 
Η δολοφονία του κοινοτάρχη Γιάννη Κουτσάκη, άγνωστη δυστυχώς στους περισσότερους, έβαλε τίτλους τέλους σε μια μακροχρόνια αντιπαράθεση, και είναι χαρακτηριστική για το πως λειτουργεί το παρακράτος στην χώρα μας.
 
Αλλά ας πάρουμε την ιστορία από την αρχή.
 
Το μοναστήρι της Οδηγήτριας κατέχει μεγάλες εκτάσεις, τις οποίες νοικιάζει ή παραχωρεί σε βοσκούς της περιοχής.
Το 1961 ο Νίκος Βαρδινογιάννης, αξιωματικός τότε του πολεμικού ναυτικού, βρίσκεται ξαφνικά ιδιοκτήτης 4.400στρεμμάτων στην συγκεκριμένη περιοχή, μόνο που δεν τα αγοράζει από τον νόμιμο ιδιοκτήτη (την μονή δηλαδή) αλλά από τους βοσκούς ενοικιαστές για ένα κομμάτι ψωμί.
Παρά τις διαμαρτυρίες που έφτασαν τότε μέχρι και το κοινοβούλιο, το σκάνδαλο κουκουλώνεται μια που η οικογένεια διαθέτει ισχυρή πολιτική κάλυψη.
 
Η κομπίνα ολοκληρώνεται με την μυστηριώδη...«εξαφάνιση» των τίτλων ιδιοκτησίας που είχε στην κατοχή της η μονή, έτσι ώστε να μην μπορεί να στοιχειοθετηθεί η απάτη σε βάρος του δημοσίου.
 
 
 
Λίγο αργότερα, η οικογένεια Βαρδινογιάννη δημιουργεί την εταιρία ΣΕΚΑ και αγοράζει με αποικιοκρατικές διαδικασίες από το Ελληνικό δημόσιο το νησάκι "Άγιος Παύλος" στην είσοδο του όρμου των Καλών Λιμένων, έναντι 78.000 δραχμών.
 
Στην συνέχεια, με υποθήκη το νησί που αγόρασαν, παίρνουν δάνειο 36 εκατομμυρίων δρχ. (!) από Αμερικανική τράπεζα, και σε συνεργασία με την Mobil δημιουργούν στην περιοχή εγκαταστάσεις υγρών καυσίμων και ανεφοδιασμού πλοίων (βλέπε αμερικανικός 6ος στόλος).
 
Μοναδικό αγκάθι στα μεγαλεπήβολα σχέδια της οικογένειας ήταν ο μικρός οικισμός των Καλών Λιμένων και οι λιγοστοί ψαράδες κάτοικοί του.
 
Οι κάτοικοι του οικισμού βρέθηκαν ξαφνικά περικυκλωμένοι από τις εγκαταστάσεις της εταιρίας.
Πολλοί εγκαταλείπουν την περιοχή και μεταναστεύουν, ενώ οι εναπομείναντες έχουν να αντιμετωπίσουν έναν συνεχή και ψυχοφθόρο πόλεμο νεύρων από την εταιρία και τους τραμπούκους της.
Βροχή οι ξυλοδαρμοί και οι μηνύσεις για ανύπαρκτες πολεοδομικές παρατυπίες ακόμα και όταν κάποιος προσπαθούσε να επιδιορθώσει την τουαλέτα του, ενώ την ίδια στιγμή η εταιρία έχτισε παράνομα διάφορα κτίρια, ένα ξενοδοχείο, και μια βίλλα για την οικογένεια Βαρδινογιάννη.
 
 
Η εκλογή του Γιάννη Κουτσάκη το 1978 δίνει ελπίδα στους κατοίκους.
Το πρώτο του μέλημα είναι να ανοίξει επιτέλους ο δρόμος από τα Πηγαδάκια στους Καλούς Λιμένες.
Ο δρόμος είχε χαραχθεί το 1962, οι απαλλοτριώσεις είχαν τελειώσει το 1966, αλλά η εταιρία παρόλο που είχε πληρωθεί, δεν άφηνε τα συνεργεία της νομαρχίας να προχωρήσουν.
 
Το 1981 μετά την νίκη του ΠΑΣΟΚ ο Κουτσάκης πιστεύει πως θα μπορέσει επιτέλους να ξεπεράσει τα εμπόδια και την τρομοκρατία της ΣΕΚΑ, τελειώνει τον δρόμο και ξεκινά να φτιάχνει δίκτυο ηλεκτρισμού και ύδρευσης στην περιοχή, δίνοντας καθημερινά μάχη με τους μπράβους της ΣΕΚΑ που τα βράδια καταστρέφουν ότι φτιάχνουν τα κρατικά συνεργεία την ημέρα.
Τα έργα του κοινοτάρχη έχουν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα κύμα επιστροφής των εκδιωγμένων κατοίκων, σε μια προσπάθεια να ξαναφτιάξουν τα σπίτια τους.
Η ΣΕΚΑ τους κάνει την ζωή δύσκολη, με ένα καταιγισμό μηνύσεων προσπαθώντας έτσι να κατεδαφίσει τα σπίτια των κατοίκων ως αυθαίρετα!
 
Οι Βαρδινογιάννηδες ασκούν αφόρητη πίεση στον νομάρχη να γκρεμίσει τα σπίτια των ανθρώπων, όμως όλα πέφτουν πάνω στην άρνηση του κοινοτάρχη ο οποίος απαντά ότι πρώτα θα γκρεμιστούν τα αυθαίρετα της εταιρίας, οι βίλες των Βαρδινογιάννηδων κλπ.
Τον χειμώνα του 1985 γίνεται απόπειρα δολοφονίας του κοινοτάρχη όταν ένα άγνωστο αυτοκίνητο προσπαθεί να ρίξει το αυτοκίνητο του Κουτσάκη σε γκρεμό, ενώ σε μια συνάντηση του με τους εκπροσώπους της εταιρίας, οι μπράβοι ξυλοκοπούν τον ανυπόταχτο κοινοτάρχη.
Ο Κουτσάκης σχεδιάζει να επισκεφτεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη σε μια προσπάθεια να εντοπίσει τα εξαφανισμένα συμβόλαια της μονής Οδηγήτριας και να ξεσκεπάσει την απάτη των Βαρδινογιάννηδων, μόνο που τον πρόλαβαν οι πληρωμένοι δολοφόνοι.
 
Οι συγγενείς του δολοφονημένου κοινοτάρχη περιμένουν εδώ και δεκαετίες να πέσει φως στην υπόθεση, ενώ οι απειλές συνεχίστηκαν και μετά τον θάνατο του Κουτσάκη.
 
Το κόλπο με την αρπαγή κρατικής περιουσίας με την βοήθεια μοναστηριών ήταν τόσο πετυχημένο που ο όμιλος Βαρδινογιάννη το επανέλαβε και στην Χαλκιδική.
 
Η περίπτωση της Σιθωνίας
 
Πρόκειται για τη μονή Ξενοφώντος και μια έκταση 57.000 στρεμμάτων στην Σιθωνία.
Το 1965 η μονή υποβάλλει αίτηση αναγνώρισης ιδιοκτησίας στο Ελληνικό δημόσιο, η οποία και φυσικά απορρίπτεται.
Επί χούντας όμως η μονή κάνει και δεύτερη προσπάθεια και με την βοήθεια ... του θεού και της χούντας, ως εκ θαύματος δικαιώνεται.
Αμέσως μεταβιβάζει την έκταση για ένα συμβολικό ποσό -μαντέψτε που- στην ...ΣΕΚΑ!
 
Με την μεταπολίτευση, και μετά από τις έντονες αντιδράσεις τοπικών φορέων και κατοίκων, το 1974 η πολιτεία ακυρώνει την χουντική απόφαση και ανακηρύσσει την έκταση δημόσια.
Από τότε η μονή σε συνεργασία με την ΣΕΚΑ έχουν ξεκινήσει ένα δικαστικό αγώνα κατά του δημοσίου με τα γνωστά κόλπα, ψευδομάρτυρες, απειλές, δωροδοκίες, κλπ.
 
Οι απάτες με τις εκκλησιαστικές περιουσίες δεν έχουν σταματήσει να επαναλαμβάνονται μέχρι και τις μέρες μας, με διάφορες εκδοχές, όπως πχ με το σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου, τη μονή Τοπλού, και άλλες.
 
Έτσι λοιπόν δύο απόστρατοι του ναυτικού βρέθηκαν ξαφνικά με τεράστιες περιουσίες με την βοήθεια των Αμερικανών που τόσο τους εξυπηρέτησαν στο εμπάργκο της Ροδεσίας. Ας θυμηθούμε και αυτό το ..κατόρθωμα.
 
 
 
"Ioanna V": το πειρατικό του ομίλου Βαρδινογιάννη
 
 
Τα χρόνια της πειρατείας
 
Η οικογένεια Βαρδινογιάννη ...διαπρέπει στο σπάσιμο του αποκλεισμού του ρατσιστικού καθεστώτος της Ροδεσίας από τον ΟΗΕ που έγινε παγκόσμια γνωστός ως "Beira Patrol", προμηθεύοντας πετρέλαιο την κυβέρνηση του Ιαν Σμίθ με την υποστήριξη της CIA.
 
Οι Αμερικανοί θέλοντας να πάρουν κάτω από την σφαίρα επιρροής τους τις πρώην αποικίες της Μεγάλης Βρετανίας αλλά αποφεύγοντας να συγκρουστούν μετωπικά με τους Βρετανούς συμμάχους, βοηθούν τους Βαρδινογιάννηδες να δράσουν ως πειρατές χωρίς αυτοί να χρειαστεί να λερώσουν τα χέρια τους.
Η συγκεκριμένη υπόθεση είναι μία από τις μαύρες σελίδες της ελληνικής ναυτιλίας: περιφρόνηση ψηφισμάτων του ΟΗΕ, αλλαγή σημαίας από λιμάνι σε λιμάνι, αλλαγή ονόματος του καραβιού μεσοπέλαγα, κλπ.
 
 
 
 
Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή.
Το 1972, επί χούντας δηλαδή, ιδρύουν την Μότορ Όιλ.
Το 1979 με υπουργό συντονισμού τον ...Μητσοτάκη τους δίνεται πεσκέσι ο Παναθηναϊκός.
Και αυτό το κόλπο ήταν τόσο πετυχημένο που το μιμήθηκε κάθε σωστός απατεώνας (Κοσκωτάς κλπ) που θέλησε να κάνει καριέρα στο ελληνικό Ελ Ντοράντο.
 
 
Κατά τραγική σύμπτωση, πάλι επί πρωθυπουργίας Μητσοτάκη, αποκτούν την τράπεζα Πειραιώς, καταπίνουν την Μακεδονίας-Θράκης, ενώ ας μην ξεχνάμε πως μερικές μόνο μέρες μετά τον σχηματισμό της Οικουμενικής Kυβέρνησης του Ξενοφώντα Ζολώτα, το 1989, ξεκινά το MEGA Channel ...
 
 
 
Το "τηλεοπτικό πλυντήριο" όχι μόνο βοηθά στις μπίζνες της οικογένειας προσφέροντας δωρεάν διαφήμιση με το γνωστό κόλπο των ..αγαθοεργιών της φιλεύσπλαχνης οικογένειας ως υποκατάστατο της ανύπαρκτης δικαιοσύνης, αλλά και ελέγχοντας έτσι έμμεσα το πολιτικό σύστημα δίνοντας τηλεοπτικό χρόνο σε άτομα της αρεσκείας τους.
 
Και έτσι φτάσαμε σήμερα στα γελοία ψευτοδιλήμματα "ευρώ ή μνημόνιο" και τα καταστροφολογικά σενάρια του παρακράτους και των παπαγάλων τους, που ευτυχώς αρχίζουν να ξεθωριάζουν στα μάτια της κοινής γνώμης.
 
Ο μόνος τρόπος πια για να κρατηθούν στην εξουσία είναι πουλώντας φόβο.
 
«Δεν θα έχουμε φάρμακα, πετρέλαιο, τρόφιμα, οδοντόβουρτσες, αν βγει η αριστερά" φωνάζουν χωρίς να ντρέπονται, αυτοί που κατέστρεψαν τον τόπο επί τόσες δεκαετίες.
Σε μία χώρα που έχει τόσο ανάγκη από ριζικές αλλαγές, προσπαθούν απελπισμένα να περάσουν το μήνυμα ότι «δεν είναι τώρα εποχή για αλλαγές, ας κάτσουμε στα αυγά μας»
 
Σταθεροί στις ..αξίες τους ως γνήσια τέκνα ενός συστήματος Φρανκεστάιν, προσπαθούν να πείσουν την κοινή γνώμη ότι τίποτα δεν πρέπει να γίνεται για πρώτη φορά.
Τελευταίες σπασμωδικές κινήσεις μιας κομματοκρατίας που απέτυχε σε όλα πουλώντας ταυτόχρονα πατριωτική ηθική, ενώ ακόμα και τώρα που όλα έχουν καταρρεύσει γύρω τους, αδυνατούν να ψελλίσουν έστω και δυο κουβέντες ουσιαστικής αυτοκριτικής.
 
«Οι μεγαλύτερες καταστροφές δεν προήλθαν από την ανυπακοή, αλλά από την υπακοή», είχε πει κάποτε ο Χάουαρντ Ζίν, ενώ ο ίδιος υπερασπιζόμενος πριν αρκετά χρόνια μια ομάδα οικολόγων που είχε εισβάλει σε ένα πυρηνικό εργοστάσιο, είχε πει απευθυνόμενος προς τους δικαστές:
 
«Χωρίς την πολιτική ανυπακοή, εσείς σήμερα δεν θα ήσαστε εδώ»
 

Τρίτη 12 Ιουνίου 2012

Η λογική του εμφυλίου και η δυναμική της αντίστασης




του Γιώργου Καραμπελιά
Το «φαινόμενο Κασιδιάρης» δεν αποτελεί παρά τη σταγόνα που ήρθε να προστεθεί στον ωκεανό της λογικής του εμφυλίου που φαίνεται να στοιχειώνει από… την αρχαιότητα την ελληνική ιστορία. Πάντα, στις κρίσιμες στιγμές της ιστορίας μας, η εμφυλιοπολεμική ροπή έρχεται συχνά να ανατρέψει και να καταστρέψει όσα είχαν πετύχει οι Έλληνες όταν ήταν ενωμένοι. Ο πελοποννησιακός πόλεμος διέλυσε την Ελλάδα και αποσυνέθεσε τόσο την Αθήνα όσο και τη Σπάρτη. Οι αδιάκοποι πόλεμοι των επιγόνων του Αλεξάνδρου έφεραν  στην Ελλάδα τη Ρώμη. Οι εμφύλιες διαμάχες της Κομνήνειας Αναγέννησης έφεραν τους Τούρκους και τους Φράγκους για να διαμελίσουν το Βυζάντιο. Στην επανάσταση του ’21, ένας αδιάκοπος εμφύλιος πόλεμος απέτρεψε τη δημιουργία ενός αυτόνομου ελληνικού κράτους και επέβαλε ως λύση τη Βαυαροκρατία και το κράτος της Μελούνας. Το 1915 με 1922, η εμφύλια διαμάχη απέτρεψε την ολοκλήρωση της ελληνικής αναγέννησης. Στα 1945-49, ο εμφύλιος πόλεμος κατέστρεψε για άλλη μια φορά το θαύμα του ’40 και της Αντίστασης και οδήγησε την Ελλάδα στο καθεστώς της εξάρτησης. Στην Κύπρο, η εμφύλια διαμάχη μακαριακών και γριβικών άνοιξε τον δρόμο για την καταστροφή του 74. Δυστυχώς, οι υπέροχοι απελευθερωτικοί αγώνες του ελληνικού λαού υπονομεύονταν διαχρονικά από τους πιο ακραίους και ανελέητους εμφυλίους.
Κάτι ανάλογο κινδυνεύει να συμβεί και σήμερα. Ο ελληνικός λαός έδωσε ένα σπουδαίο αγώνα για πάνω από δύο χρόνια ενάντια στην ξένη οικονομική κατοχή και το μνημόνιο. Κι όμως, σήμερα, κινδυνεύει να τον καταστρέψει μέσα από την εμφυλιοπολεμική λογική.
Τα φαντάσματα του εμφυλίου
Παρ’ ότι η μεταπολίτευση υπήρξε μία περίοδος που έτεινε να αμβλύνει τα εμφυλιοπολεμικά σύνδρομα, στο εσωτερικό του ελληνικού λαού, υπήρχαν συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις που, εξαιτίας της ένδειας των επιχειρημάτων τους, επένδυαν συστηματικά σε χωριστικά σύνδρομα. Από τη μια πλευρά οι νικητές του εμφυλίου και οι ηττημένοι της μεταπολίτευσης, δεξιοί, προσπαθούσαν να αναστήσουν τον φόβο για τους «μπολσεβίκους», που θα έπαιρναν τα σπίτια των νοικοκυραίων, ενώ οι πασόκοι προσπάθησαν να κεφαλαιοποιήσουν την αντίθεση προς την δεξιά («ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά») για να εισπράξουν εκλογικά αποτελέσματα.
Στην ίδια την παραδοσιακή αριστερά, η επιμονή στην μνήμη του εμφυλίου (το ΚΚΕ γιορτάζει συστηματικά τις επιχειρήσεις στον Γράμμο) υποκαθιστούσε την έλλειψη  μιας συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης. Έτσι, σε συνθήκες που αναπτυσσόταν η τουρκική επιθετικότητα, μετά την εισβολή στην Κύπρο, με αμφισβήτηση ακόμα και των συνόρων της Ελλάδας, τα ελληνικά κόμματα, στην πλειοψηφία τους, ακριβώς για να αποκρύψουν ότι αποφεύγουν να  τοποθετηθούν σε αυτό το αποφασιστικό για τον ελληνικό λαό δεδομένο, εξαντλούνταν στην εσωτερική αντιπαράθεση. Αυτό φάνηκε πολύ καθαρά και σε όλες τις μεγάλες ιδεολογικές συγκρούσεις της περιόδου: Το πρόβλημα δεν ήταν πλέον η αντίθεση των Ραγιάδων με τους Οθωμανούς, αλλά η σύγκρουση «διαφωτιστών» και Εκκλησίας. Σύμφωνα με την ίδια λογική, στην Κατοχή, δεν συγκρούονταν οι Έλληνες με τους Γερμανούς κατακτητές –και παρεμπιπτόντως με τους δωσίλογους– αλλά, σύμφωνα με τη νέα ιστοριογραφία των μαθητών του Λιάκου και του Μαργαρίτη, η αντίσταση δεν ήταν παρά ένας πρώτος εμφύλιος πόλεμος και το ίδιο απαντούν συμμετρικά από την απέναντι πλευρά όσοι ανακηρύσσουν τα τάγματα ασφαλείας σε αγωνιστές κατά του κομμουνισμού. Στην Κύπρο, η ΕΟΚΑ δεν στρεφόταν εναντίον των Εγγλέζων αλλά εναντίον των «αθώων» Τουρκοκυπρίων και των «ακραίων» διεθνιστών. Όλα αυτά κατέτειναν στην υποβάθμιση του εθνικοαπελευθερωτικού χαρακτήρα όλων των συγκρούσεων και την αναβάθμιση των ενδογενών και εμφυλίων συγκρούσεων. Γι’ αυτό ο «εχθρός» δεν ήταν πλέον ο Οθωμανός ή ο Γερμανός κατακτητής, αλλά πριν απ’ όλα  ο εσωτερικός αντίπαλος, ο κοτζαμπάσης, ο ΕΔΕΣ, ο «μπολσεβίκος» και πιο πρόσφατα, ο «Χριστόδουλος», ο εθνικιστής, ή αντιστρόφως το «κομμούνι».
Η καλλιέργεια της ολοκληρωτικής βίας
Θα ξεχάσουμε άραγε τα «ΚΝΑΤ» της δεκαετίας του 1970 και του 1980, που προσπαθούσαν να επιβάλουν την τάξη στους νεολαιίστικους χώρους; Σταδιακώς, αρχικά στα Πανεπιστήμια και, στη δεκαετία του 2000, όλο και περισσότερο και στον δρόμο, αναπτύχθηκε μια κουλτούρα βίας με φασιστικά χαρακτηριστικά, που απαγόρευε την έκφραση της αντίθετης γνώμης και εκφραζόταν με το συστηματικό σπάσιμο καταστημάτων και τη χρήση μολότοφ, για να καταλήξει με τραγικές συνέπειες στη Μαρφίν και αλλού. Αυτή η «πολιτική βία» συνδυάστηκε με τον ακραίο χουλιγκανισμό των οπαδών των μεγάλων ποδοσφαιρικών ομάδων, που συχνά πυκνά κάνουν  λαμπόγυαλο τους δρόμους και τα γήπεδα των πόλεων. Και αυτή δεν πρέπει να την υποτιμάμε διότι ένα μεγάλο μέρος των νεαρών αγοριών θητεύει πρώτα στους οπαδικούς στρατούς όπου και αποκτά την κουλτούρα του εμφυλίου. Είναι χαρακτηριστικό πως, ακόμα και όταν μια ελληνική ομάδα συγκρούεται με μια ξένη, οι Έλληνες οπαδοί των υπολοίπων ελληνικών ομάδων συντάσσονται στην πλειοψηφία τους με την ξένη! Όπως οι Κνίτες, στη δεκαετία του 80, που, όταν έπαιζε η ελληνική ομάδα με την σοβιετική, υποστήριζαν τη σοβιετική!  Μέσα στο κλίμα της κρίσης του 2000 και ακόμα περισσότερο της παρούσης δεκαετίας, η εμφυλιοπολεμικές λογικές της πολιτικής βίας ήρθαν να συναντήσουν και να διαπλακούν με την οπαδική βία. Και, έτσι, διάφορες ομάδες οπαδών τάσσονται με τους φασίστες και τους χρυσαυγίτες και άλλες με τους αντιεξουσιαστές.
Για πολλά χρόνια, προσπαθούσαμε να καταδείξουμε το αδιέξοδο αυτής της εμφυλιοπολεμικής λογικής η οποία, στην πραγματικότητα, κρύβει και καλύπτει έναν βαθύ φόβο να αντιμετωπιστούν οι πραγματικοί αντίπαλοι της χώρας, η Μέρκελ και ο Ερντογάν. Τονίζαμε πως η επιδοκιμασία ή η ανοχή απέναντι σε μια ολοκληρωτική και φασιστοειδή συμπεριφορά, στα πανεπιστήμια και στους δρόμους, από μια αριστερά που έχει ξεχάσει την περιβόητη φράση του Μπρεχτ –για εκείνους που σιωπούν όταν βαράνε τους αντιπάλους τους– αργά ή γρήγορα θα στρεφόταν και ενάντια στους ίδιους. Πράγματι, σε συνθήκες κρίσης και στο επίπεδο της γυμνής βίας, κερδισμένοι βγαίνουν εν τέλει μόνο οι επαγγελματίες της βίας. Τους Κνίτες αντικατέστησαν οι αντιεξουσιαστές και αυτοί κινδυνεύουν να αντικατασταθούν από τους φασίστες. Και αυτό διότι  οι φασιστικές ομάδες τύπου Χ.Α. οικοδομούνται αποκλειστικά στο πεδίο της βίας. Σήμερα, που το μεταναστευτικό και η εγκληματικότητα στρέφει μεγάλα τμήματα του πληθυσμού προς τον νόμο και την τάξη, όχι μόνο θα επικροτείται η κρατική βία αλλά θα αναπτύσσεται με ταχύτητα και η παρακρατική και φασιστική βία.
Υπερβαίνοντας τα ξεπερασμένα δίπολα…, αναδεικνύοντας τη σύνθεση
Αλλά για να ξεφύγουμε από τους Κασσιδιάρηδες και να περάσουμε σε πιο σοβαρά διακυβεύματα, η ίδια τυφλή λογική διαπερνάει σήμερα, με έναν υστερικό λόγο, την αντιπαράθεση μνημόνιο-αντιμνημόνιο, δραχμή ή ευρώ κ.ο.κ. Και αυτό γίνεται σαφές ακόμα και σε τοποθετήσεις φίλων και συντρόφων. Το εμφυλιοπολεμικό γονίδιο είναι αθάνατο. Εξάλλου, έχει ιστορία τουλάχιστον τριών χιλιάδων χρόνων. Όταν, λοιπόν, τονίζουμε πως, μετά την  6η Μαΐου και την επιτάχυνση της ευρωπαϊκής κρίσης, το διακύβευμα στην Ελλάδα δεν είναι πλέον το μνημόνιο-αντιμνημόνιο –διότι η λογική του μνημονίου έχει καταδικαστεί συντριπτικά από τον ελληνικό λαό, και εξάλλου είναι αδύνατο να υλοποιηθεί– αλλά η επιβίωση της χώρας με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Γιατί γνωρίζουμε πως οι απώλειες έχουν υπάρξει ήδη και είναι χωρίς επιστροφή, ενώ πλέον απειλείται όχι μόνο ό,τι έχει μείνει από το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων αλλά και η ίδια η ανεξαρτησία μας. Και όμως, αντί να πρυτανεύσει μια λογική, ιδιαίτερα από τις αντιμνημονιακές λεγόμενες δυνάμεις, ενός ενιαίου εθνικού μετώπου που θα αναλάβει, σ’ αυτή την κρίσιμη στιγμή για τη χώρα, να διαπραγματευθεί αποφασιστικά τις τύχες της χώρας, προκρίνεται μια μικροκομματική και φτωχοπροδρομική λογική εμφύλιας διαμάχης. Αυτή είναι βέβαιο πως θα έχει τις χειρότερες δυνατές συνέπειες, διότι οξύνει το εμφυλιοπολεμικό κλίμα στο εσωτερικό του λαού και θα μας εμφανίσει τελείως αποδυναμωμένους απέναντι στους κυριότερους εχθρούς μας, τους Γερμανούς, που καραδοκούν και απαιτούν την εκδίωξη της Ελλάδας από το ευρώ, μέσα σε συνθήκες μιας καταστροφικής πτώχευσης. Άλλωστε, το φάσμα της καταστροφής είναι μπροστά μας ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των εκλογών διότι, σε συνθήκες εμφύλιας διαμάχης, κανείς δεν θα μπορεί να διαπραγματευθεί αποτελεσματικά.
Εδώ και αρκετά χρόνια, έχουμε τονίσει πως, στην αγωνιστική παράδοση του ελληνισμού και της αριστεράς, συνυπάρχει το πνεύμα της αντίστασης και εκείνο του εμφυλίου. Εμείς επιλέξαμε να επενδύσουμε και να αναδείξουμε τη λογική της αντίστασης και να αντιταχθούμε σε εκείνη του εμφυλίου, γιατί είμαστε πεισμένοι πως η καρδιά της αντίθεσης είναι η αντίθεση του ελληνικού λαού με τους ξένους δυνάστες και επικυρίαρχους. Οι άλλοι, και δεν είναι τυχαία η εθνομηδενιστική λογική τόσο του ΚΚΕ όσο και του ΣΥΡΙΖΑ, έχουν επιλέξει την προβολή της εσωτερικής σύγκρουσης, έστω και αν είναι προφανές, όπως σήμερα, πως το κέντρο της αντίθεσης βρίσκεται στη σχέση του ελληνικού λαού με το παγκόσμιο σύστημα. Έτσι, μ’ έναν ξύλινο και ψεύτικο λόγο, συνεχίζουν να επιμένουν στα ξεπερασμένα διλλήματα,  είτε προσδοκώντας να γίνουν «χαλίφης στη θέση του χαλίφη», ή, ακόμα χειρότερα, σπρωγμένοι, ίσως και άθελά τους, από την εσωτερική λογική της εθνομηδενιστικής τους αντίληψης.
Το ζήτημα λοιπόν που τίθεται, ήδη από σήμερα, δεν είναι τόσο η έκβαση μιας εκλογικής διαμάχης, η οποία ούτως ή άλλως θα αποτυπώσει μια ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα στον φόβο για τα χειρότερα και την αγανάκτηση, αλλά εάν είναι δυνατόν, στις 18 Ιουνίου, να επιτύχουμε μία σύνθεση ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο συναισθήματα. Μία σύνθεση κατά την οποία η αντιμνημονιακή λογική θα αναλάβει –έχοντας ενσωματώσει και την παράμετρο του «φόβου», δηλαδή με θάρρος και ευθύνη–  να οδηγήσει τη χώρα σ’ έναν μακρόχρονο απελευθερωτικό αγώνα, που όχι μόνο θα μας βγάλει έξω από το μνημόνιο αλλά θα αποτελέσει την απαρχή μιας πιθανής και αναγκαίας ανάταξης του ελληνισμού. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.
Για κάτι τέτοιο, όμως, είναι αναγκαίο να υπερβούμε τη γιαλαντζή εμφυλιοπολεμική και διχαστική λογική, είναι αναγκαίο οι δυνάμεις της εργασίας, της παραγωγής και της αυτοσυνειδησίας του τόπου να αναλάβουν την πολιτική ηγεμονία, την οποία δεν μπορεί να προσφέρει ούτε μια μεταπρατική αστική τάξη ούτε τα παρασιτικά μεσοστρώματα που, για τριάντα πέντε χρόνια, άλλοτε εναλλασσόμενοι και άλλοτε –από ένα σημείο και μετά– μαζί, ανέλαβαν τη διακυβέρνηση της χώρας για να την οδηγήσουν στην καταστροφή.
Απέναντι στην παρακμή των πόλεων, των κομμάτων και των τηλεοπτικών προγραμμάτων, απέναντι στη τρομακτική ηχώ του Finis Greciae, «να ορθώσουμε ένα πύργο υπερήφανο απέναντί τους», όπως μας καλεί ο Μιχάλης Κατσαρός.

Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

Συγκλονιστική επιστολή νομπελίστα Μάριο Βάργκας Λιόσα: “Η Ευρώπη γεννήθηκε στους πρόποδες της Ακρόπολης”!




;nobel_thumb.jpg

Ο κορυφαίος Περουβιανός συγγραφέας Μάριο Βάργκας Λιόσα, μιλά για την Ελλάδα σε επιστολή του, που δημοσιεύθηκε στην ισπανική εφημερίδα «El Pais».
Με ένα λογοτεχνικό κείμενο που θυμίζει τη γνωριμία του με την «ερωμένη του Θουκυδίδη», όπως έχει χαρακτηριστεί η Ζακλίν ντε Ρομιγί, ο νομπελίστας συγγραφέας αναφέρεται με θαυμασμό και αγάπη στην Ελλάδα και τον ελληνικό πολιτισμό.
«Η Ευρώπη γεννήθηκε εκεί, στους πρόποδες της Ακρόπολης, είκοσι πέντε αιώνες πριν, και ό,τι καλύτερο έχει, ό,τι αποδέχεται και θαυμάζει περισσότερο έχει τις μακρινές ρίζες του σε αυτή τη μικρή γωνιά της γηραιάς ηπείρου, στις ακτές του Αιγαίου, όπου το φως του ήλιου είναι πιο δυνατό και η θάλασσα πιο γαλάζια»λέει ο βαθύτατα κοινωνικός και πολιτικός συγγραφέας που έχει αναδείξει τις μεγάλες πολιτικές αντιθέσεις της κοινωνίας και της εποχής του.
Αξίζει τον κόπο να διαβάσετε ολόκληρη την επιστολή…

«Γιατί η Ελλάδα;
Η Ελλάδα δεν μπορεί να πάψει να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Ευρώπης, χωρίς η τελευταία να μετατραπεί σε μια γκροτέσκα καρικατούρα του εαυτού της, καταδικασμένη στην πιο παταγώδη αποτυχία. Η Ελλάδα είναι το σύμβολο της Ευρώπης.
Σε εκείνο το δείπνο, πριν από μερικά χρόνια, κάθισα δίπλα σε μια ηλικιωμένη κυρία που κάλυπτε τα μάτια της με μεγάλα σκούρα γυαλιά. Ήταν συμπαθητική, κομψή, μιλούσε εξαίσια γαλλικά και, παρόλο που κατέβαλλε μεγάλες προσπάθειες για να το κρύψει, σε ό,τι έλεγε και σκεφτόταν έλαμπε ένας τεράστιος πολιτισμός.
Μόνο στα μισά του δείπνου αντιλήφθηκα, από την ιδιαίτερη προσοχή με την οποία χειριζόταν τα μαχαιροπήρουνα, πως ήταν τυφλή ή, τουλάχιστον, ότι η όρασή της ήταν πολύ περιορισμένη.
Μόνο όταν χωρίσαμε μετά το δείπνο, ανακάλυψα ότι η Ζακλίν ντε Ρομιγί ήταν μια μεγάλη ελληνίστρια, καθηγήτρια Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας στην École Normale και στη Σορβόννη, η πρώτη γυναίκα καθηγήτρια του Κολεγίου της Γαλλίας και μία από τις λίγες εκπροσώπους του γυναικείου φύλου στη Γαλλική Ακαδημία.
Το πρώτο βιβλίο της που διάβασα, το Γιατί η Ελλάδα;, με εντυπωσίασε όσο και η ίδια.
Παρά το γεγονός ότι αυτά που γράφει έχουν συμβεί πριν από είκοσι πέντε αιώνες, είναι εξαιρετικά επίκαιρα και η ανάγνωσή τους θα έπρεπε να είναι υποχρεωτική για τους Ευρωπαίους τούτες τις μέρες που, τρομοκρατημένοι από αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα, το ιλιγγιώδες χρέος της, την πολιτική αναρχία, τη φοβερή φτώχεια και την άνοδο του φασιστικού και κομμουνιστικού εξτρεμισμού στις τελευταίες εκλογές, πιστεύουν ότι η έξοδος της χώρας από το ενιαίο νόμισμα, και ακόμη και από την Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι αναπόφευκτη έως και αναγκαία.
Το βιβλίο εξηγεί πώς η νεαρή Ζακλίν διάβασε στα σχολικά της χρόνια Θουκυδίδη και πώς η εντύπωση που της προκάλεσε ο ένας από τους δύο πατέρες της Ιστορίας (μαζί με τον Ηρόδοτο) κατεύθυνε την κλίση της στη μελέτη της κλασικής Ελλάδας, στην οποία θα αφιέρωνε τη ζωή της.
Το δοκίμιο κάνει έναν απολογισμό, με τρόπο σαφή, ψυχαγωγικό και βαθύ –σπάνιος συνδυασμός για ειδικό– εκείνου του θαυμαστού 5ου αιώνα προ Κοινής Εποχήςστον οποίο ιστορία, φιλοσοφία, τραγωδία, πολιτική, ρητορική, ιατρική, γλυπτική έφτασαν στο απόγειό τους στην Ελλάδα, και έθεσαν τα θεμέλια γι’ αυτό που τελικά θα ονομαζόταν δυτικός πολιτισμός. Ο Όμηρος και ο Ησίοδος είναι σημαντικά προγενέστεροι του 5ου αιώνα, φυσικά, ενώ υπάρχουν καλλιτέχνες, διανοητές και κωμωδιογράφοι και μετά την εν λόγω ιστορική περίοδο.
Το βιβλίο δεν διστάζει να υποχωρεί ή να προχωρεί στον χρόνο, ώστε να τους εντάξει όλους στην ελληνική κληρονομιά, παρόλο που το μεγαλύτερο μέρος αυτού που αποκαλεί «μια ξενάγηση μέσα από τα κείμενα» επικεντρώνεται σε εκείνο το μικρό χρονικό διάστημα των 100 χρόνων, όπου στον περιορισμένο χώρο του ελληνικού κόσμου υπάρχει μια ορμητική έκρηξη, μια φρενήρης δημιουργικότητα σε όλους τους τομείς του πνεύματος, με ιδέες, αισθητικά πρότυπα, πνευματικά μοντέλα, εφευρέσεις και ανακαλύψεις, χάρη στις οποίες ο πολιτισμός του λόγου θα έπαιρνε μια κρίσιμη απόσταση από όλους τους άλλους πολιτισμούς του παρελθόντος και της εποχής του, και, χωρίς να το επιδιώκει ή να το γνωρίζει, θα άλλαζε για πάντα την παγκόσμια ιστορία.
Η Ζακλίν ντε Ρομιγί καταδεικνύει ότι στην Ελλάδα γεννήθηκαν ή απέκτησαν μια πραγματική υπόσταση και έναν δυναμισμό που ποτέ πριν δεν είχαν υπάρξει στην κοινωνική ζωή κανενός λαού, οι καθοριστικοί παράγοντες της ανθρώπινης προόδου, όπως η δημοκρατία, η ελευθερία, το δίκαιο, η τέχνη και ο λόγος χωρίς τα δεσμά της θρησκείας, οι έννοιες της ισότητας, της υπεροχής του ατόμου, του πολίτη, και ένας μοναδικός, νέος τρόπος σύνδεσης του ανθρώπου με τη μετά θάνατον ζωή και τους θεούς, και, φυσικά, οι ιδέες της ομορφιάς και της ασχήμιας, του καλού και του κακού, της ευτυχίας και της δυστυχίας που, αν και με τις αναπόφευκτες αποχρώσεις και προσαρμογές που έχει επιβάλει η ιστορία, παραμένουν εν ισχύι.
Προκαλεί τον θαυμασμό το ότι ένας λαός τόσο μικρός και τόσο ελάχιστα συνεκτικός πολιτικά, φτιαγμένος από λίγες πόλεις και αποικίες απλωμένες σε όλη την Ευρώπη και τη Μικρά Ασία, οι οποίες διατηρούσαν μεγάλο βαθμό ανεξαρτησίας μεταξύ τους, ένας λαός ενστικτωδώς απρόθυμος να δημιουργήσει μια αυτοκρατορία, να ασκήσει αυτοκρατορική εξουσία και να υποστεί την κυριαρχία ενός τυράννου (όπως έκαναν όλοι οι άλλοι) ήταν σε θέση να αφήσει στην ιστορία της ανθρωπότητας ένα ίχνος τόσο βαθύ, τόσο παρόν τόσους πολλούς αιώνες αργότερα, όταν σχεδόν όλες οι άλλες μεγάλες αυτοκρατορίες ή πολιτισμοί –οι Πέρσες και οι Αιγύπτιοι, για παράδειγμα– αποτελούν σήμερα ως επί το πλείστον, χωρίς να ξεχνάμε κανένα από τα θαύματά τους, μουσειακά κομμάτια.
Δεν ήταν ατύχημα ούτε έργο της τύχης, υπήρχαν λόγοι γι’ αυτό και στο βιβλίο της Ζακλίν ντε Ρομιγί παρελαύνουν μπροστά στα μάτια μας με το ίδιο παράστημα, την ομορφιά και την κομψότητα που με μάγεψαν εκείνο το βράδυ στη συνομιλία μας.
Οι σωκρατικοί και πλατωνικοί διάλογοι, εκτός του ότι ήταν ένας τρόπος φιλοσοφικής διδασκαλίας, μας εξηγεί η συγγραφέας, έμαθαν στους ανθρώπους ότι η συνομιλία, η συζήτηση σε ομάδες, είναι ένας πιο πολιτισμένος και ηθικός τρόπος συνύπαρξης απ’ ό,τι οι διαταγές ή η υπακοή, είναι μια μορφή επικοινωνίας που αναγνωρίζει ή καθιερώνει εξαρχής μια βασική ισοτιμία, μία αμοιβαιότητα δικαιωμάτων μεταξύ των συνομιλητών. Έτσι αναδύθηκε η ελευθερία, έπαψε ο άνθρωπος να είναι ζώο, γεννήθηκε αληθινά η ανθρωπιά του ανθρώπου.
Αυτή η παρουσίαση στο Γιατί η Ελλάδα; δεν εμφανίζεται ως μια αφηρημένη συζήτηση, αλλά μέσα από σχόλια και λογοτεχνικά αποσπάσματα, γιατί, όπως η συγγραφέας ποτέ δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει, ό,τι αποτελεί έναν πολιτισμό εκπροσωπείται κατ’ ουσίαν στα λογοτεχνικά του έργα, και η πραγματική κριτική είναι αυτή που ερευνά την ποίηση, την πεζογραφία, το θέατρο, το δοκίμιο που παράγει μια κοινωνία καθώς αναζητά τις κρυμμένες αλήθειες που τροφοδοτούν τη φαντασία της και διαπερνούν τις περιπέτειες και τους ήρωες στους οποίους οι καλλιτέχνες έδωσαν ζωή για να κατευνάσουν τη δίψα των ανθρώπων της για το απόλυτο, τη δίψα τους να ζήσουν άλλες ζωές.
«Χωρίς να το ξέρουμε, αναπνέουμε τον αέρα της Ελλάδας κάθε στιγμή», γράφει σε μια από τις σελίδες του.
Ένα από τα μεγάλα παράδοξα είναι ότι οι Έλληνες, οι οποίοι ποτέ δεν κατέκτησαν κανέναν λαό και πολέμησαν μόνο για την υπεράσπιση της ελευθερίας τους, αργότερα κυριάρχησαν διακριτικά σε όλο τον κόσμο, αρχίζοντας από τη Ρώμη, της οποίας οι λεγεώνες πίστεψαν ότι κατέλαβαν άκοπα την Ελλάδα, όταν στην πραγματικότητα θα ήταν οι ηττημένοι που θα κατόρθωναν να διεισδύσουν στον νου, στο πνεύμα και ακόμη και στη γλώσσα του κατακτητή.(Το δοκίμιο αποκαλύπτει ότι επί πολλά χρόνια εθεωρείτο εκλεπτυσμένο για τις ρωμαϊκές οικογένειες των συγχρόνων του Κικέρωνα και του Βιργιλίου να μιλούν ελληνικά.)
Είναι αλήθεια ότι η Ελλάδα του σήμερα είναι πολύ διαφορετική από εκείνη που έκτισε τον Παρθενώνα, από εκείνη στην οποία φιλοτέχνησε τα γλυπτά του ο Φειδίας και αγόρευσε ο Σόλωνας.
Στους είκοσι πέντε αιώνες που μεσολάβησαν ο λαός της έχει βιώσει ίσως πιο πολλές συμφορές και καταστροφές από τους περισσότερους άλλους: εξωτερικούς και εμφυλίους πολέμους, κατοχές που επί αιώνες κατέστρεψαν την ελευθερία της, τυραννίες και απομόνωση που αρκετές φορές απείλησαν να τη διαλύσουν.
Σήμερα το πρωί διάβασα στην International Herald Tribune μια τρομακτική περιγραφή της κατάστασης της οικονομίας της, για τα τερατώδη προνόμια που απολάμβαναν όλα αυτά τα χρόνια οι εφοπλιστές, ο τραπεζίτες και οι πιο πλούσιοι επιχειρηματίες, απαλλασσόμενοι από την καταβολή φόρων, και για τις περιουσίες που έχουν διαφύγει και εξακολουθούν να διαφεύγουν από τη χώρα προς την Ελβετία και τους ασφαλέστερους φορολογικούς παραδείσους ανά τον κόσμο, ενώ οι Έλληνες εξακολουθούν να γίνονται φτωχότεροι, να βλέπουν τους μισθούς τους να συρρικνώνονται ή να περνούν στην ανεργία, στην επαιτεία και την πείνα.
Στο πλαίσιο αυτό, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι πολλοί Έλληνες ψήφισαν στις πρόσφατες εκλογές ναζί και εξτρεμιστές της αριστεράς, αλλά το ότι εξακολουθούν να υπάρχουν πολλοί Έλληνες που πιστεύουν στη δημοκρατία, και ότι οι δημοσκοπήσεις για τις επόμενες εκλογές δείχνουν πως τα κόμματα της κεντροδεξιάς, του κέντρου και της κεντροαριστεράς που υπερασπίζονται την ευρωπαϊκή επιλογή και αποδέχονται τους όρους που έχουν επιβάλει οι Βρυξέλλες για τη σωτηρία της Ελλάδας, θα μπορούσαν να έχουν την πλειοψηφία και να σχηματίσουν κυβέρνηση.
Η ελπίδα μου είναι ότι αυτό θα συμβεί επειδή, απλά, η Ελλάδα δεν μπορεί να πάψει να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Ευρώπης, χωρίς η τελευταία να γίνει μια γκροτέσκα καρικατούρα του εαυτού της, καταδικασμένη στην πιο παταγώδη αποτυχία.
Η Ευρώπη γεννήθηκε εκεί, στους πρόποδες της Ακρόπολης, είκοσι πέντε αιώνες πριν, και ό,τι καλύτερο έχει, ό,τι αποδέχεται και θαυμάζει περισσότερο στον εαυτό της, συμπεριλαμβανομένης της χριστιανικής θρησκείας –μία από τις πιο όμορφες σελίδες του δοκιμίου της Ζακλίν ντε Ρομιγί εξηγεί γιατί τα περισσότερα Ευαγγέλια γράφτηκαν στα ελληνικά– καθώς και των δημοκρατικών θεσμών, της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έχει τις μακρινές ρίζες του σε αυτή τη μικρή γωνιά της γηραιάς ηπείρου, στις ακτές του Αιγαίου, όπου το φως του ήλιου είναι πιο δυνατό και η θάλασσα πιο γαλάζια.
Η Ελλάδα είναι το σύμβολο της Ευρώπης και τα σύμβολα δεν μπορούν να καταλυθούν χωρίς αυτό που ενσαρκώνουν να καταρρεύσει και να αποσυντεθεί σε εκείνη τη βάρβαρη σύγχυση του παραλογισμού και της βίας από την οποία μας έβγαλε ο ελληνικός πολιτισμός».

Σάββατο 2 Ιουνίου 2012

Ο Ελληνισμός στο σταυροδρόμι




 
Γιάννης Γαϊτης, Ανθρώπινες φιγούρες (1975)

του Γιώργου Καραμπελιά

Τα τελευταία χρόνια, όποτε αναφέρω, και το κάνω συχνά, τη βαθύτερη πεποίθησή μου πως ο ελληνισμός βρίσκεται μπροστά σε μια κρίση υπαρκτικού χαρακτήρα, οι περισσότεροι συνομιλητές ή ακροατές μου θεωρούν πως κάνω απλώς ένα σχήμα λόγου, για να υπογραμμίσω το βάθος της κρίσης. Ωστόσο –δυστυχώς– εννοώ ακριβώς αυτό που υποστηρίζω. Οι Έλληνες βρίσκονται σ’ ένα ιστορικό σταυροδρόμι, από τη μία πλευρά του οποίου υπάρχει μια καθοδική σπείρα, πιθανόν χωρίς επιστροφή, και από την άλλη η ανάταξή του.
Στο βιβλίο μου, Ελλάδα μια χώρα των συνόρων, που έγραψα πριν είκοσι χρόνια και επανεξέδωσα αργότερα, ξαναδουλεμένο, με τον τίτλο Χιλιαεννιακοσιαεικοσιδύο, δοκίμιο για την ελληνική ιδεολογία, υπογράμμιζα πως εκείνο το μοιραίο έτος, το 1922, συνέβη κάτι ανεπανόρθωτο, που χώρισε στα δύο την ελληνική ιστορία. Πριν το ’22, με κράτος ή χωρίς, αυτόνομοι ή υποταγμένοι, συγκροτούσαμε την ταυτότητά μας με επίκεντρο το Αιγαίο και δύο πτέρυγες, δυτικά την ελληνική χερσόνησο και ανατολικά τη Μ. Ασία, τον Πόντο, την Ανατολική Θράκη. Έτσι συνέβαινε για 3.000 χρόνια τουλάχιστον, από τον… Τρωικό Πόλεμο και στο εξής. Μετά το 1922, ο ελληνισμός έχασε τον ανατολικό πνεύμονά του και έμεινε κλεισμένος στην ελλαδική χερσόνησο και τα νησιά μας, ενώ το Αιγαίο από επίκεντρο μεταβλήθηκε σε σύνορο. Υποστηρίξαμε τότε –εγκαινιάζοντας μια μακρά πορεία είκοσι χρόνων «κατάδυσης» στην ελληνική συνείδηση και την ελληνική ιστορία– πως το 1922 σφραγίστηκε οριστικά και αμετάκλητα το τέλος του οικουμενικού, ευρύτερου ελληνισμού. Τα γεγονότα που ακολούθησαν, μετά το 1922, ήρθαν να επισφραγίσουν και να ολοκληρώσουν αυτή την απώλεια. Οι Έλληνες από τη Μ. Ασία, την Κωνσταντινούπολη, την Αίγυπτο, τον Πόντο, τη Β. Ήπειρο στριμώχτηκαν σταδιακά, με αλλεπάλληλα κύματα φυγής, στην αρχέγονη κοιτίδα μας, την ελληνική χερσόνησο.
Το 1922 έληξε δραματικά η προσπάθεια ολοκλήρωσης του ελληνισμού μέσα από την ενσωμάτωση σε ένα ενιαίο εθνικό-κρατικό σύνολο των βασικών συνιστωσών του και βγήκαμε από αυτή την περιπέτεια με τα σπασμένα κουπιά του σεφερικού «μυθιστορήματος».  Πριν είκοσι χρόνια, είχαμε ήδη τονίσει πως το νέο ιστορικό διακύβευμα του ελληνισμού είναι είτε η ολοκλήρωσή του, με μια στροφή προς τα μέσα και προς την ιστορία του, είτε η εξαφάνισή του, ως ιδιαίτερου ιστορικού υποκειμένου. Μέσα από μια τραγική ειρωνεία της ιστορίας, είμαστε υποχρεωμένοι είτε να ολοκληρωθούμε, ξεπερνώντας επιτέλους τον «καημό της ρωμιοσύνης», είτε να εξαφανιστούμε από το ιστορικό προσκήνιο.
Η μοναδική σωτηρία μας θα ήταν η «στροφή προς τα μέσα», ώστε να βρούμε τη δύναμη να ανασυγκροτήσουμε, από το ιστορικό DNA μας, έναν ατόφιο οργανισμό. Γιατί τα 3.000-4.000 χρόνια του οικουμενικού ελληνισμού μάς είχαν εθίσει στην εξωστρέφεια, στο ταξίδεμα σε ξένους κόσμους και πολιτισμούς, στο σκόρπισμα σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Τώρα, η ιστορία απαιτούσε από εμάς να κάνουμε την αντίστροφη κίνηση, σε ρήξη με τις αταβιστικές συνήθειες τόσων χιλιετιών. Πράγματι, στο αίμα μας κυκλοφορούν ακόμα οι μνήμες των στρατιών του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του οικουμενικού ελληνιστικού κόσμου, της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, του βυζαντινού κοσμοσυστήματος, της υπερεθνικής ορθοδοξίας. Ακόμα και μετά την Άλωση, στην τουρκοκρατία, μάθαμε να ταξιδεύουμε στη Δύση και στον Βορρά, σκορπίζοντας αφειδώλευτα τη δύναμη και το πνεύμα μας. Και αυτές οι μνήμες είναι πάντα παρούσες στη σκέψη και τη συμπεριφορά μας. Μπροστά σε κάθε κρίση, σε κάθε τρικυμία, σκεφτόμαστε και πάλι το ταξίδι του Οδυσσέα, την έξοδο σε άλλους κόσμους. Ακόμα και οι αντίπαλοί μας, ακόμα και οι καταχτητές μας θράφηκαν από το δικό μας αίμα. Εκατομμύρια ελληνικοί πληθυσμοί, στη Συρία, τη Μ. Ασία και τα Βαλκάνια, θα πυκνώσουν  το αραβικό και τουρκικό Ισλάμ, την ιταλική Ρώμη, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, τη Ν. Ρωσία. Οι Έλληνες είχαν μάθει πως είναι ανεξάντλητη η ιστορική φύτρα τους και μπορούν να τη σκορπίζουν απλόχερα μέχρι τα τελευταία εκατομμύρια στις Η.Π.Α., την Αυστραλία και αλλού. Και αυτή η τάση στη φυγή, την εξωστρέφεια, εκφραζόταν –παράδοξα– και στο εσωτερικό της χώρας, με την αποδοχή προστατών, τη δημιουργία εξαρτημένων κομμάτων, τον μαϊμουδισμό ξένων προτύπων και την απόρριψη της δικής μας παράδοσης, ή μάλλον τον εγκλεισμό της σε ορισμένες και μόνο πλευρές της ζωής μας.
Ο καθοδικός κύκλος
Και να ’μαστε σήμερα μπροστά στην ολοκλήρωση ενός καθοδικού κύκλου ενενήντα χρόνων. Ενώ, μετά το 1922, είχαμε αρχίσει, μέσα από οδυνηρές αντιπαραθέσεις, να οικοδομούμε μια οικονομία σχετικά αυτοδύναμη, ιδιαίτερα μετά την κρίση του 1929, και να ενσωματώνουμε το προσφυγικό δυναμικό στο ελλαδικό –ελληνικό πλέον– έθνος, παρά τις αντιπροσφυγικές αγκυλώσεις του Μεταξά, ήρθε η γερμανοϊταλική εισβολή να ολοκληρώσει αυτό που είχαν αρχίσει οι τσέτες του Κεμάλ, με ανυπολόγιστες καταστροφές και εκατόμβες. Αντισταθήκαμε ηρωικά στην Κατοχή και όμως, στη  μεταπολεμική περίοδο, ολοκληρώσαμε την αλλοτρίωσή μας. Μια εμφύλια σύγκρουση, την οποία καθόρισαν οι ξένες δυνάμεις, μας εξάντλησε υποτάσσοντάς μας στη Δύση οικονομικά, στρατιωτικά, πολιτικά και στην «Ανατολή της Δύσης» πνευματικά. Στη συνέχεια, μετά το ’60, θα επανεμφανισθεί και πάλι, απειλητική για τη μοίρα μας, η «Δύση της Ανατολής», με το κυπριακό, ανοίγοντας μία περίοδο αντιπαραθέσεων, με την ήττα στην Κύπρο μετά το 1974, και σταδιακής υποταγής μετά το 1990 (Ίμια, Οτσαλάν, σχέδιο Ανάν κ.λπ.). Στη μεταπολίτευση, η υποταγή στη Δύση θα ολοκληρωθεί μεταβαλλόμενη σε πλήρη εσωτερική αλλοτρίωση, με την εκποίηση της οικονομίας, της κοινωνίας, του πολιτισμού. Έτσι, αυτό που ήταν εξωτερική εξάρτηση μεταβλήθηκε, μέσα από την εσωτερίκευσή της, σε εσωτερική αποικιοποίηση. Γι’ αυτό, και για πρώτη φορά στην ιστορία μας σε τέτοιο βαθμό, δεν ήταν πλέον ο Φαλμεράιερ και οι ξένοι βασιλιάδες που εξέφραζαν τον αποικιακό ζυγό… αλλά οι ίδιες οι ελληνικές ελίτ, οι ίδιοι οι Έλληνες πολιτικοί, οι Έλληνες διανοούμενοι. Ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Κατσαρός αποτελούσαν πλέον παρελθόν για ένα έθνος που συνωστιζόταν στα Μακ Ντόναλντ και τη Γιουροβίζιον.
Και ενώ το εκκρεμές της ιστορίας μετακινείται από τη Δύση στην Ανατολή, μετέωροι στη ρωγμή των δύο κόσμων, φτάσαμε σε μια κρίση που δεν είναι απλώς οικονομική. Είναι μια κρίση καθολική: δημογραφική, γεωπολιτική, πολιτική, μεταναστευτική, πνευματική: κλωτσοσκούφι της Μέρκελ, έντρομοι μπροστά στον Ερντογάν και τον Νταβούτογλου, λοιδορούμενοι από τους Σκοπιανούς. Η Δύση, στην οποία καταφύγαμε από τον εμφύλιο και μετά, μας εκμεταλλεύεται και μας απορρίπτει με όλους τους τρόπους, ενώ η ισλαμική Ανατολή μας απειλεί με υποταγή και ενσωμάτωση. Αίφνης, αντιμέτωποι με τον εαυτό μας, χωρίς, πλέον, περιθώρια για ψεύδη και μεσοβέζικες λύσεις. Είτε θα αποδεχτούμε το ιστορικό τέλος μας, τη μεταβολή της Ελλάδας σε μία πολυφυλετική και πολυεθνική ζώνη-ταμπόν μεταξύ Ανατολής και Δύσης, ένας Λίβανος των Βαλκανίων,  ελεγχόμενοι ταυτόχρονα από τη φραγκική Δύση και την τουρκική Ανατολή (εξάλλου ο άξονας Βερολίνου-Τουρκίας λειτουργεί εδώ και πάνω από εκατό χρόνια), είτε, για να συνεχίσουμε να υπάρχουμε ως συλλογικό υποκείμενο, θα πρέπει να ανακτήσουμε την αυτονομία μας, να πραγματοποιήσουμε σήμερα την ανολοκλήρωτη επανάσταση του Ρήγα, να υπερβούμε τον καημό της ρωμιοσύνης.
Πιεσμένοι από Ανατολή και Δύση, δεν έχουμε πλέον άλλα περιθώρια ιστορικής υποχώρησης. Το πρόβλημα της συνέχειας του έθνους μας παίζεται στα ίδια τα νησιά μας, στις ίδιες τις πόλεις, στην ίδια μας την πρωτεύουσα. Η φυγή, η εξωστρέφεια, όταν είσαι εξασθενημένος, σε μια πρώτη φάση, μεταβάλλονται σε υποταγή και εν τέλει σε ιστορικό θάνατο. Δεν έχουμε άλλα περιθώρια να συνεχίσουμε στον δρόμο της φυγής-υποταγής και ταυτόχρονα να συνεχίσουμε να επιβιώνουμε. Βρισκόμαστε μπροστά στη «μητέρα των μαχών». Είτε εδώ, σήμερα και στις επόμενες δεκαετίες, θα κερδίσουμε το δικαίωμα στην επιβίωση και παράδοξα θα ολοκληρώσουμε το ανολοκλήρωτο, είτε θα μεταβληθούμε σε μια ιστορική ανάμνηση ως ανεξάρτητο έθνος και ιδιαίτερο ιστορικό υποκείμενο.
Σε μια τέτοια στιγμή, όταν όλα τα ψέματα τελειώνουν, είναι δυνατό –«σε σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλη»– να επιχειρήσουμε μία ολοκληρωτική επ-ανάσταση, διότι πλέον δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε, διότι είμαστε απόλυτα στριμωγμένοι στον τοίχο και είμαστε υποχρεωμένοι να δώσουμε μια μάχη ύπαρξης. Απορρίπτοντας τη φυγή προς τα έξω και στα κάθε ειδών ναρκωτικά, στα οποία με τόση ευκολία κατέφυγαν τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες, να αντικρίσουμε θαρραλέα το πεπρωμένο μας. Στα επόμενα πενήντα ή εκατό χρόνια, είτε θα πάψουμε να υπάρχουμε είτε, επιτέλους, θα ξεπεράσουμε τον καημό μας, επιτέλους ελεύθεροι και αυτεξούσιοι.
Με τον έναν ή άλλο τρόπο, εδώ, στα 2012, ενενήντα χρόνια μετά το 1922, άνοιξε μια νέα ιστορική περίοδος: αν συνεχιστεί η εξωστρέφεια/υποταγή και η ψευδο-οικουμενική λογική/φυγή, οδηγούμαστε στο σημείο μηδέν, στην ιστορική εξαφάνιση. Γι’ αυτό και η γενικευμένη εθνική μας κατάθλιψη. Συνειδητοποιούμε αίφνης πως το ερώτημα που θα πρέπει να απαντήσουμε δεν είναι άλλο πάρεξ ελευθερία ή θάνατος, κυριολεκτικώς.
Η αιφνίδια αφύπνιση
Και ερχόμαστε μπροστά σε αυτό το ιστορικό αίτημα, σε αυτή την κυριολεκτική τιτανομαχία, γυμνοί, με ηγεσίες ανίκανες, πνευματικούς ανθρώπους χορτασμένους από τη διαφθορά και φθορά των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, ένα λαϊκό σώμα αλλοιωμένο και πλαδαρό από την καταναλωτική ευωχία, τη δουλοκτησία των μεταναστών, την παιδοκεντρική ανευθυνότητα. Γι’ αυτό και, όλα τα τελευταία χρόνια, απέναντι στην προδοσία των διανοουμένων και των πολιτικών, θα καταφεύγει στα ναρκωτικά του μηδενιστικού αντιεξουσιασμού, του εθνομηδενισμού, της φυγής.
Αυτός ο λαός, αυτό το έθνος, θα πρέπει με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, ψαχουλευτά, χωρίς πνευματικούς ταγούς, χωρίς ηγεσία, ξεκινώντας από την αγανάκτησή του, επιστρατεύοντας τις μνήμες μιας ασύγκριτης ιστορίας, να αντιταχθεί σε κάτι που μοιάζει με πεπρωμένο. Και όμως, έχει αρχίσει μία αντίστροφη κίνηση που, καθημερινά, μέσα από λάθη, αδιέξοδα, ψαχουλευτά, οδηγεί στη συνειδητοποίηση της φύσης της αντιπαράθεσης και των διακυβευμάτων της. Περνώντας από την αγανάκτηση στην κατάθλιψη και από αυτή πάλι στην εξέγερση, είναι υποχρεωμένος να απορρίψει, το ένα μετά το άλλο, τα ναρκωτικά και τις αυταπάτες του, και να συνειδητοποιήσει το μέγεθος και την πολλαπλότητα της σύγκρουσης.
Έτσι συμβαίνει πάντα στην ιστορία. Μόνο όταν πλέον η επιβίωση γίνεται ταυτόσημη με την επανάσταση, τότε μόνον αυτή η τελευταία γίνεται μια ρεαλιστική πιθανότητα.
Και αυτό ακριβώς συμβαίνει τα δύο τελευταία χρόνια. Οι Έλληνες έπρεπε να ανακαλύψουν την φενάκη του εκδυτικισμού –να κόψουμε δρόμο προς τη Δύση, μας καλεί ο αστείος Ράμφος, την ώρα ακριβώς που η εξαντλημένη Δύση μας απορρίπτει– τη βαλκανική τους υπόσταση, την ιδιαίτερη ταυτότητά τους, απέναντι στη Δύση και την Ανατολή, με τρόπο αιφνίδιο, σαρωτικό, τραγικό. Σε καμιά άλλη χώρα της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης δεν ήταν δυνατό να εφαρμοστούν τόσο βίαια και ταπεινωτικά μέτρα. Για καμιά άλλη χώρα της Δύσης δεν θα μπορούσαν οι Γερμανοί να ξαναθυμηθούν το αυταρχικό, «ναζιστικό» γονίδιό τους και να μεταβάλουν τους Έλληνες σε νέους Εβραίους ή Σέρβους των ολοκληρωτικών ονειρώξεών τους. Καμιά άλλη χώρα δεν θα μπορούσε να μεταβληθεί σε αποθήκη λαθρομεταναστών, ανυπεράσπιστη μπροστά στις τουρκικές προκλήσεις.
Οι Έλληνες, που είχαν πιστέψει το 1981 πως, μπαίνοντας στην Ε.Ε., θα απέφευγαν τον εξ Ανατολών κίνδυνο, και είχαν αφεθεί στην αποδυνάμωση του αγωνιστικού αντιστασιακού ήθους, κατασκευάζοντας μία κοινωνία με μειωμένα αντανακλαστικά, βρίσκονται αίφνης μπροστά στην πραγματικότητα: Οι οποιασδήποτε συμμαχίες έχουν νόημα και αποτέλεσμα, μόνο εάν εσύ ο ίδιος είσαι ισχυρός, με συναίσθηση της ταυτότητας και των συμφερόντων σου. Και όλα αυτά τα χρόνια της μεταπολίτευσης κυριαρχούσε η ακριβώς αντίθετη ιδεολογία. Η ιδεολογία της μικρότερης προσπάθειας, της εγκατάλειψης του αγωνιστικού ήθους του ελληνισμού – οι Έλληνες μεταβλήθηκαν στον πιο παχύσαρκο λαό της Ευρώπης, με εκτεταμένο αλκοολισμό, χρήση ναρκωτικών και ψυχοφάρμακα. Από χώρα μεταναστευτική, μεταβληθήκαμε σε χώρα υποδοχής μεταναστών, μέσα σε τριάντα χρόνια. Από χώρα αγροτική, γίναμε εισαγωγείς αγροτικών προϊόντων. Και η κατάρρευση αυτού του μοντέλου μάς ήρθε ακόμα πιο απότομα, αιφνιδιαστικά, χωρίς εισαγωγές και προλόγους, εν μια νυκτί.
Η «μεγάλη πορεία»
Και αρχίσαμε τη μεγάλη πορεία ενάντια στον παρασιτισμό και την παρακμή. Στην αρχή άναρχα, με τα τραγούδια των παλιών βάρδων μας, τις κραυγές τηλε-ευαγγελιστών της δραχμής ή αναιδών νεαρών. Γιατί πρέπει να μάθουμε, μέσα από την εμπειρία μας, «όσα ξεμάθαμε» τα τριάντα πέντε χρόνια της μεταπολίτευσης. Και μαθαίνουμε μάλλον γρήγορα. Μέσα σε δύο-τρία χρόνια ξεπεράσαμε τους παλιούς πολιτικούς και τα κομματικά ναρκωτικά μας, αναζητώντας νέα σχήματα, νέα πρόσωπα, νέες κατευθύνσεις. Ίσως κανένας άλλος λαός με τέτοια ταχύτητα δεν ανέτρεψε παραδοχές και εδραιωμένα συμφέροντα δεκαετιών. Και αυτό μπορεί να μας δίνει αισιοδοξία, πως όντως αρχίσαμε μια «μεγάλη πορεία».  Ίσως ακόμα δεν υπάρχει συνείδηση των διακυβευμάτων σε όλη τους την έκταση. Ωστόσο, τα «γονίδιά» μας έχουν ενσωματωμένη μια βαθιά ιστορική εμπειρία, έστω κι αν αυτή εκδηλώνεται ως ένστικτο και όχι ως ολοκληρωμένη πρόταση. Τα επόμενα χρόνια θα παιχτούν τα πάντα. Και αυτή η νέα συνείδηση, που άρχισε από τις «πλατείες» με σύμβολό της την ελληνική σημαία, θα πρέπει να παλέψει ενάντια στις δυνάμεις της αποσύνθεσης και της διάλυσης. Θα πρέπει να παλέψει ενάντια στην απογοήτευση και τη φυγή των νέων μας είτε προς τα έξω, είτε στην καταφυγή στα ναρκωτικά και την κατάθλιψη. Θα πρέπει να ενισχύσει την κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη, προωθώντας κάθε μορφής συλλογικές προσπάθειες και προπαντός οικοδομώντας ένα όραμα για το μέλλον. Αυτό το όραμα που λείπει από όλες τις ανούσιες αντιπαραθέσεις αυτής της μακράς και παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου.
Πρώτον, στήριξη στις δικές μας δυνάμεις, με την ανάπτυξη ενός νέου παραγωγικού μοντέλου. Ενός μοντέλου που αρχίζει από την πολυκαλλιεργητική αγροτική παραγωγή, συνεχίζεται με τη συνεταιριστική και μικροϊδιοκτητική αποκέντρωση της παραγωγής, έξω από την αδηφάγο και παρασιτική πρωτεύουσα, στηρίζεται αποφασιστικά στα συνεταιριστικά εγχειρήματα αλληλεγγύης και ολοκληρώνεται μ’ έναν αποδοτικό και παρεμβατικό δημόσιο και κοινωνικό τομέα στον χώρο των μεγάλων επιχειρήσεων. Οικολογική και κοινωνική ισορροπία πρέπει να αποτελούν ουσιαστικές συνιστώσες αυτού του νέου προτάγματος.
Δεύτερον, η χώρα θα πρέπει να αναζητήσει συμμαχίες σε πολλαπλά επίπεδα. Η συμμετοχή μας στην Ε.Ε. και την ευρωζώνη αποτελεί μία επιλογή τακτικού και όχι στρατηγικού χαρακτήρα: απορρίπτουμε τόσο τους ευρωλιγούρηδες, που μας έφεραν σ’ αυτή την κατάσταση, όσο και εκείνους που, σε μια αντίστροφη κίνηση, κάποτε ακόμα και με αγαθές προθέσεις, υποτιμούν τον κίνδυνο να βρεθεί η Ελλάδα μόνη της απέναντι στην Τουρκία, χωρίς πρώτα να έχει οικοδομήσει άλλες εναλλακτικές συμμαχίες. Έτσι, θα πρέπει να προωθήσουμε, πριν απ’ όλα, τη στρατηγικού χαρακτήρα ενότητά μας με το δεύτερο ελληνικό κράτος, το κυπριακό, και τις βαλκανικές χώρες, παράλληλα. Το όραμα του Ρήγα, μιας βαλκανικής συμμαχίας, θα πρέπει κάποτε να γίνει πραγματικότητα. Πάρα πέρα, προσβλέποντας σε μια Ευρώπη από τον Ατλαντικό ως τα Ουράλια, θα πρέπει όχι μόνο να ενισχύσουμε τις σχέσεις μας με τη Ρωσία και την ανατολική Ευρώπη, αλλά και να παλέψουμε για τη δημιουργία μιας νέας ενωμένης Ευρώπης, με ισόρροπη παρουσία της ανατολικής και δυτικής πτέρυγάς της, που μόνη αυτή θα εξασφάλιζε και την ισότιμη συμμετοχή των Βαλκανίων και της Ελλάδας σε αυτήν.
Τρίτον, σε ό,τι αφορά στον τουρκικό επεκτατισμό, η αντιμετώπισή του περνάει τόσο από τις συμμαχίες που προαναφέραμε, όσο, κυρίως, από την ενίσχυση της παραγωγικής αυτονομίας και της αμυντικής μας ικανότητας. Η συμμαχία με το αγωνιζόμενο κουρδικό έθνος, τις κάθε είδους θρησκευτικές και εθνοτικές μειονότητες, καθώς και όσες δυνάμεις στην Τουρκία απορρίπτουν τον επεκτατικό και στρατιωτικό χαρακτήρα του κράτους, αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα για την ισορροπία και την ειρήνη στην περιοχή. Μια σταθερή ειρήνη με την Τουρκία μπορεί να εδραιωθεί μόνο εάν υπάρχει ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα στα Βαλκάνια και τον μικρασιατικό χώρο και εάν η Τουρκία γίνει μια δημοκρατική χώρα, αναγνωρίζοντας τα δικαιώματα στην αυτοδιάθεση όλων των λαών και των μειονοτήτων που ζουν σε αυτή.
Τέταρτον, ο σημαντικότερος παράγων, και προϋπόθεση για τα όσα προαναφέραμε, είναι η πνευματική και πολιτική ολοκλήρωση της ταυτότητάς μας. Φτάνοντας στο απόλυτο αδιέξοδο του αλλοτριωμένου εκσυγχρονισμού και της διαρκούς φυγής προς τα έξω, είμαστε υποχρεωμένοι να συνειδητοποιήσουμε  πως, μετά από μερικές χιλιάδες χρόνια, που είχαμε την πολυτέλεια του ξοδέματος, σήμερα δεν μας περισσεύει ούτε μια σταγόνα αίμα, ούτε ένας άνθρωπος, ούτε μια προσπάθεια. Θα πρέπει να επιστρατεύσουμε όλες μας τις δυνάμεις, όχι «για να κόψουμε δρόμο προς μια Δύση» που πνέει τα λοίσθια, ούτε για να μεταβληθούμε στους νέους Φαναριώτες και τους υποτελείς του νεοθωμανισμού, αλλά για να κάνουμε επιτέλους πρότυπο του αναγκαίου εκσυγχρονισμού μας την ίδια τη δικιά μας παράδοση και ταυτότητα. Αυτό που έκαναν όλα τα έθνη και όλοι οι λαοί που θέλουν να είναι ελεύθεροι.